Κουβέντα ανοίξανε για σενανε, κάποιοι μιλούσαν για τα μάτια σου κι οι άλλοι για το ανάστημα σου το λειψό. Βάλανε και μουσική να διασκεδάσουν την επέτειο μας που είναι σε λίγες μέρες. Τραγούδησαν και χόρεψαν όλα μας τα τραγούδια ακόμη κι εκείνα που μπήκαν στο νέο μας φάκελο. Ήπιαν σε σφηνάκια τις στιγμές μας και μέθυσαν. Μπέρδεψαν βλέπεις τα ποτά. Τι το θέλαν να ανακατέψουν τα γέλια μας με τις φωνές μας(!).
Κι ύστερα σύρθηκαν τρεκλίζοντας ως την πόρτα της καρδιάς μου.
Χτυπούσαν και ξανά χτυπούσαν για να ανοίξω μα είχα κλειστά κι ένα «μην ενοχλείτε» κρεμασμένο στο χερούλι. Τι λύσσα τους έπιασε απόψε;; Ξεσηκώσανε τον κόσμο ακόμη κι ο ύπνος απελπίστηκε κι έφυγε, μ άφησε κι αυτός μόνη να τους παλεύω.
Δεν άντεξε η ρημάδα η πόρτα κι έσπασε, ορμήξανε σαν τα αγρίμια που μύρισαν αίμα κι έπεσαν πάνω της.
Σαδιστικά θα έλεγε κανείς έξυσαν τις πληγές της, να τρέξει φρέσκο αίμα…να επουλωθεί πιο εύκολα είπανε, να φύγει και το πύον. Τι να πω;
Έτσι κι αλλιώς κομμάτια ήταν, ίσως και να χουν δίκιο.
Author: Λεμονίτσα

I Lemoniá
Η Λεμονιά

